Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ψηφίζει για το SWIFT
Την ερχόμενη Πέμπτη 10 Μαρτίου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πει τον τελευταίο λόγο στην προσωρινή εννιάμηνη συμφωνία που υπέγραψαν οι υπουργοί των κρατών μελών σχετικά με το σύστημα SWIFT και τη διαβίβαση των τραπεζικών δεδομένων στις Ηνωμένες Πολιτείες με στόχο να καταπολεμηθεί η τρομοκρατία. Εάν το Κοινοβούλιο την απορρίψει τότε η συμφωνία δεν θα έχει νομική ισχύ. Είναι η πρώτη φορά που το Κοινοβούλιο θα ασκήσει τις νέες εξουσίες που του απονέμει η Συνθήκη της Λισαβόνας. Οι διεθνείς συμφωνίες που συνάπτει η Ένωση σχετικά με την αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις υπόκεινται από τώρα και στο εξής στη σύμφωνη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το οποίο μπορεί να απορρίψει ή να εγκρίνει το κείμενο της συμφωνίας. Η εξουσία αυτή του Κοινοβουλίου ισχύει για τις συμφωνίες που έχουν μεν υπογραφεί, αλλά δεν επικυρώθηκαν έως την 1η Δεκεμβρίου 2009 που άρχισε να ισχύει η νέα Συνθήκη.
Υπενθυμίζεται ότι η επί του θέματος γνωμοδότηση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών και Δικαιωμάτων των Πολιτών είναι αρνητική. Ζητείται από την Ολομέλεια να απορρίψει τη συμφωνία και από την Κομισιόν και το Συμβούλιο να εργαστούν προκειμένου να επιτευχθεί μια μακροπρόθεσμη συμφωνία με τις ΗΠΑ. Τα μέλη της κοινοβουλευτικής επιτροπής επισημαίνουν ότι κάθε νέα διεθνής συμφωνία που συνάπτει η Ένωση θα πρέπει να συμβιβάζεται με τις απαιτήσεις της Συνθήκης της Λισαβόνας και συγκεκριμένα με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.
Τι είναι το SWIFT και γιατί χρειάζεται μια νέα συμφωνία;
Το SWIFT είναι μια εταιρεία διαβίβασης χρηματοπιστωτικών μηνυμάτων που εδρεύει στο Βέλγιο. Εκμεταλλεύεται ένα δίκτυο μέσω του οποίου διέρχονται πληροφορίες (οι αριθμοί και τα στοιχεία των κατόχων λογαριασμών, η προέλευση και ο προορισμός των εμβασμάτων) από 8.000 περίπου επιχειρήσεις, κυρίως τράπεζες, σε πάνω από 200 χώρες. Λέγεται ότι ελέγχει το 80% περίπου των ηλεκτρονικών χρηματοπιστωτικών εμβασμάτων. Συνεπώς, ένα μεγάλο μέρος από πληροφορίες που αφορούν την καθημερινότητα των ευρωπαίων πολιτών διέρχεται από αυτό.
Μετά την τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στους δίδυμους πύργους, το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ, μέσω ενός ειδικού προγράμματος για την καταπολέμηση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, χρησιμοποιεί το δίκτυο SWIFT προκειμένου να ξεχωρίζει, να εντοπίζει και να καταδιώκει τους υπόπτους για τρομοκρατία καθώς και τους χρηματοδότες τους. Η συνεργασία αυτή άρχισε με μεγάλη μυστικότητα, αλλά τον Ιούνιο του 2006 αποκαλύφθηκε από τον Τύπο. Τότε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε να καθοριστεί ένα πλαίσιο προστασίας των στοιχείων ούτως ώστε να μη μπορούν να χρησιμοποιηθούν για άλλους λόγους. Εγκαινιάστηκε ένας διάλογος μεταξύ των των δύο πλευρών και η ΕΕ απέσπασε ορισμένες εγγυήσεις. Επιπλέον, σε αντάλλαγμα, οι αρμόδιες υπηρεσίες των κρατών μελών της Ένωσης θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τις πληροφορίες που ετύγχαναν επεξεργασίας στις ΗΠΑ.
Υπό το φως των εξελίξεων, στις αρχές του 2009, η Κομισιόν έδωσε εντολή στον γάλλο πρώην δικαστή και ειδικό σε θέματα τρομοκρατίας Ζαν-Λουί Μπρουγκέρ να συντάξει μία έκθεση. Η έκθεση αυτή κατέληγε στο συμπέρασμα ότι οι ΗΠΑ παρείχαν επαρκείς εγγυήσεις σχετικά με την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Σημειώνεται ότι τότε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν είχε την εξουσία να εμποδίσει τη σύναψη τέτοιων διεθνών συμφωνιών.
Νέα δομή, νέα συμφωνία
Τον Ιούλιο του 2009 αποκαλύφθηκε εκ νέου από τον Τύπο ότι επρόκειτο να τεθεί υπό διαπραγμάτευση μία νέα συμφωνία ύστερα από αλλαγές που είχαν επέλθει στη δομή του SWIFT. Η εταιρεία είχε εγκαταστήσει ένα κέντρο αποθήκευσης των ευρωπαϊκών στοιχείων στην Ελβετία (έως τότε τα στοιχεία κρατούνταν σε έναν σέρβερ στις ΗΠΑ). Η νέα αυτή αρχιτεκτονική απαιτούσε τη διαπραγμάτευση μιας νέας συμφωνίας αφενός μεταξύ της Κομισιόν και του Συμβουλίου και αφετέρου μεταξύ της ΕΕ και των ΗΠΑ.
Μόλις ανακοινώθηκε η σύναψη της νέας συμφωνίας, το Κοινοβούλιο ζήτησε, με ψήφισμα που εγκρίθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 2009, να ευθυγραμμιστεί η επεξεργασία των στοιχείων των ευρωπαίων πολιτών με τους ισχύοντες πλέον κανόνες ώστε να υπάρχει η σωστή ισορροπία ανάμεσα στα μέτρα ασφαλείας και την προστασία των πολιτικών ελευθεριών.
Η εισηγήτρια της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών κα Πλασάερτ θεώρησε ότι ορισμένες πλευρές της υπό εξέταση συμφωνίας "παραβιάζουν τις βασικές αρχές της ευρωπαϊκής νομοθεσίας περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων και συγκεκριμένα τις αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας" και ότι "το γεγονός αυτό δεν μπορεί στη συνέχεια να εξισορροπηθεί με μηχανισμούς ελέγχου και εποπτείας". Επιπλέον, θεώρησε ότι οι αιτήσεις για διαβίβαση στοιχείων δεν υπόκεινται σε δικαστική έγκριση ούτε και σε κάποιο χρονικό περιορισμό. Οι δε όροι για την κοινοποίηση στοιχείων σε τρίτες χώρες δεν είναι επαρκώς προσδιορισμένοι ούτε και η μέγιστη περίοδος αποθήκευσης τους. Τέλος, δεν είναι επαρκώς προσδιορισμένα τα δικαιώματα των πολιτών ως προς την πρόσβασή τους στα προσωπικά τους δεδομένα, τη διόρθωσή τους, τις αποζημιώσεις και την αποκατάστασή τους. Πολλές μάλιστα πολιτικές ομάδες άσκησαν κριτική επί της ουσίας της συμφωνίας. Και τούτο γιατί από φέτος τέθηκαν σε ισχύ οι νέες συμφωνίες δικαστικής συνεργασίας μεταξύ της ΕΕ και των ΗΠΑ που επιτρέπουν, κατόπιν αιτήσεως, την πρόσβαση σε στοχευμένα χρηματοπιστωτικά στοιχεία μέσω των εθνικών αρχών.
Ο Ευρωπαίος Επόπτης για την προστασία των προσωπικών δεδομένων περιέγραψε τη συμφωνία, στη γνωμοδότηση που εκπόνησε για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ως "λίαν διεισδυτική στην ιδιωτική σφαίρα" και ότι από τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του δεν διαφαίνεται η αναγκαιότητα και η προστιθέμενη αξία της ως προς πιο στοχευμένα μέσα.
Η συζήτηση επί της συμφωνίας θα διεξαχθεί την Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου και η ψηφοφορία την Πέμπτη.























