Η εξουσία σε θέματα προϋπολογισμού

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αποτελούν τα δύο μέρη της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής. Με άλλα λόγια, μοιράζονται την εξουσία σε θέματα προϋπολογισμού, όπως μοιράζονται και τη νομοθετική εξουσία.

Ασκώντας την εξουσία του σε θέματα προϋπολογισμού, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εκφράζει τις πολιτικές του προτεραιότητες. Κάθε Δεκέμβριο, καθορίζει τον προϋπολογισμό του επόμενου έτους. Οι ετήσιες δαπάνες εντάσσονται σε ένα πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο που καθορίζεται κατόπιν κοινής συμφωνίας από το Κοινοβούλιο και Συμβούλιο και εφαρμόζεται σε όλες τις κατηγορίες δαπανών.

Επί του παρόντος, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αφιερώνουν δύο αναγνώσεις στην εξέταση των προτάσεων προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, προκειμένου να συμφωνήσουν επί του ποσού και της κατανομής των δαπανών. Το Κοινοβούλιο έχει τον τελευταίο λόγο σε ορισμένους τύπους δαπανών και το Συμβούλιο σε άλλους (όπως οι γεωργικές δαπάνες).

Το Κοινοβούλιο έχει επίσης το δικαίωμα να απορρίψει τον προϋπολογισμό, εάν κρίνει ότι δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της Ένωσης. Στην περίπτωση αυτή, η διαδικασία προϋπολογισμού πρέπει να ξαναρχίσει από την αρχή.

Όταν τεθεί σε ισχύ το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, θα υπάρχει πλέον μία και μόνη ανάγνωση του προϋπολογισμού από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Η σημερινή διάκριση μεταξύ δαπανών για τις οποίες το Κοινοβούλιο έχει τον τελευταίο λόγο και δαπανών για τις οποίες το Συμβούλιο έχει τον τελευταίο λόγο, θα καταργηθεί. Όπως και στη νομοθετική διαδικασία, μια επιτροπή συνδιαλλαγής θα προσπαθεί να φέρει μια προσέγγιση των απόψεων. Το Ευρωπαϊκό κοινοβούλιο θα εξακολουθήσει να έχει τον τελευταίο λόγο επί του συνολικού προϋπολογισμού.

Πού πάνε τα κονδύλια του προϋπολογισμού;

Ας πάρουμε για παράδειγμα τις πιστώσεις πληρωμών του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το 2004: το 45,9% των πιστώσεων προορίζονται για τη γεωργική πολιτική: το 30,9% για τις καλούμενες "διαρθρωτικές" δράσεις, οι οποίες αποσκοπούν στην ανάπτυξη των λιγότερο ευημερουσών περιοχών της Ένωσης, το 7,5% για άλλες εσωτερικές πολιτικές, όπως η έρευνα και οι κοινωνικές δράσεις. Το 6,1% του προϋπολογισμού αφορά τις δαπάνες διοικητικής λειτουργίας των θεσμικών οργάνων (εκ των οποίων 1,2% για τον προϋπολογισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου). Οι εξωτερικές δράσεις (εξωτερική πολιτική, αναπτυξιακή βοήθεια) αποτελούν το 5% του ποσού και οι προενταξιακές ενισχύσεις το 2,8%.

Πώς χρηματοδοτείται ο προϋπολογισμός;

Ο προϋπολογισμός χρηματοδοτείται με ιδίους πόρους που καθορίζονται από τα κράτη μέλη μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Αυτό σημαίνει ότι οι πόροι αυτοί ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση και, άρα, δεν αποτελούν συνεισφορές των κρατών μελών. Επί του παρόντος, το ποσό του προϋπολογισμού δεν μπορεί να υπερβεί το 1,27% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σήμερα, οι πόροι αυτοί προέρχονται:

  • από χρηματοδότηση υπολογιζόμενη βάσει της ευημερίας των διαφόρων κρατών μελών (του Ακαθάριστου Εθνικού τους Προϊόντος)
  • από ένα ποσοστό του ΦΠΑ που εισπράττεται σε όλη την Ένωση επί των αγαθών και υπηρεσιών
  • από τους δασμούς που εισπράττονται στα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης
  • από κρατήσεις που εισπράττονται στα εισαγόμενα από τρίτες χώρες προϊόντα.

Ποιος ελέγχει την εκτέλεση του προϋπολογισμού;

Η χρήση των κονδυλίων ελέγχεται από την Επιτροπή Ελέγχου του Προϋπολογισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με βάση κυρίως τις εκθέσεις που υποβάλλει το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο.
Αξιολογεί συνεχώς τη διαχείριση και την αποτελεσματικότητα των κοινοτικών ταμείων και μεριμνά για την καταπολέμηση των περιπτώσεων απάτης. Κάθε χρόνο αποφασίζει για τη χορήγηση "απαλλαγής" στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσον αφορά την εκτέλεση του προϋπολογισμού. Η απόφαση για την απαλλαγή συνοδεύεται από παρατηρήσεις, στις οποίες καλούνται να δώσουν συνέχεια τα θεσμικά όργανα.
Το Κοινοβούλιο μπορεί να απορρίψει ή να αναβάλει την απαλλαγή, γεγονός που αποτελεί σοβαρό πολιτικό μήνυμα. Έτσι, αναβάλλοντας τη χορήγηση απαλλαγής το 1999, προκειμένου να επισημάνει τις ανεπάρκειες και την έλλειψη διαφάνειας στη διαχείριση της Επιτροπής, έθεσε σε λειτουργία μια διαδικασία η οποία οδήγησε την Επιτροπή σε παραίτηση.