Η νομοθετική εξουσία
Το Κοινοβούλιο ψηφίζει τους ευρωπαϊκούς νόμους με το Συμβούλιο.
Στη συνήθη νομοθετική διαδικασία, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο Υπουργών εγκρίνουν από κοινού τη νομοθεσία που προτείνει η Επιτροπή. Συνεπώς, η τελική συμφωνία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είναι απαραίτητη.
Η νομοθετική αυτή εξουσία αποτελεί βασική εξουσία του Κοινοβουλίου. Το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα θα την επεκτείνει σύντομα στους περισσότερους από τους τομείς στους οποίους το Κοινοβούλιο δεν αποφασίζει ακόμη επί ίσοις όροις με το Συμβούλιο, όπως είναι η γεωργική πολιτική, η πολιτική έρευνας, καθώς και η πολιτική περιφερειακής και κοινωνικής ανάπτυξης της Ένωσης ("διαρθρωτικά ταμεία"). Χάρη στην εξουσία αυτή, το Κοινοβούλιο έχει πετύχει, για παράδειγμα
- να μπορούν τα κράτη μέλη να επιβάλλουν την άνευ συνδρομής μετάδοση, στο έδαφός τους, ορισμένων σημαντικών αθλητικών εκδηλώσεων
- να εφαρμόζονται αυστηρότερες αντιρρυπαντικές προδιαγραφές όσον αφορά την ποιότητα των καυσίμων και των μηχανικών ελαίων
- να μπορεί η Επιτροπή να εφαρμόζει επειγόντως μέτρα προστασίας για τη διατροφή των ζώων
- να καταστούν αυστηρότερες και εμφανέστερες οι προειδοποιήσεις σχετικά με τις βλαπτικές συνέπειες του καπνού στα πακέτα των τσιγάρων
- προκειμένου να γίνεται οικολογικά η διαχείριση των αποσυρόμενων αυτοκινήτων, να απαγορευτεί η χρήση βαρέων μετάλλων (μόλυβδος, υδράργυρος, κάδμιο, κλπ.) στα αυτοκίνητα από το 2003
- για την περίοδο 2000-2006, να αυξηθεί από 1.400 σε 1.850 ευρώ ο προϋπολογισμός του προγράμματος Socrates, το οποίο επιτρέπει σε χιλιάδες φοιτητές να πραγματοποιήσουν ένα μέρος των σπουδών τους σε άλλο κράτος μέλος.
Αν και την πρωτοβουλία για τους ευρωπαϊκούς νόμους έχει, σε νομικό επίπεδο, η Επιτροπή, θα πρέπει ωστόσο να τονισθεί ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή να αναλάβει μια νομοθετική πρωτοβουλία, απευθύνοντάς της παράλληλα λεπτομερείς συστάσεις σχετικά με το περιεχόμενό της. Έτσι το Κοινοβούλιο μπορεί να ασκεί τον πολιτικό του ρόλο από τα πρώτα κιόλας στάδια της νομοθετικής διαδικασίας.
Το νομοθετικό έργο του Κοινοβουλίου οργανώνεται κατά τον ακόλουθο τρόπο:

Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μια νομοθετική πρόταση για να την εξετάσει· μια αρμόδια επί της ουσίας κοινοβουλευτική επιτροπή αναλαμβάνει να συντάξει έκθεση και ορίζει εισηγητή. Μία ή περισσότερες άλλες επιτροπές ενδέχεται να κληθούν να γνωμοδοτήσουν. Αυτές εγκρίνουν τη γνωμοδότησή τους και τη διαβιβάζουν στην αρμόδια επί της ουσίας επιτροπή·
οι βουλευτές - και οι επιτροπές που καλούνται να γνωμοδοτήσουν - μπορούν να υποβάλουν τροπολογίες στο σχέδιο έκθεσης που συνέταξε ο εισηγητής, το οποίο κατόπιν εγκρίνεται, ενδεχομένως με τροποποιήσεις, από την επιτροπή που είναι αρμόδια επί της ουσίας·
η έκθεση εξετάζεται από τις πολιτικές ομάδες ανάλογα με την πολιτική τους τοποθέτηση·
τέλος, η έκθεση συζητείται στην ολομέλεια. Είναι επίσης δυνατόν να υποβληθούν τροπολογίες από την αρμόδια επί της ουσίας επιτροπή, τις πολιτικές ομάδες ή έναν ορισμένο αριθμό βουλευτών. Με ψηφοφορία, το Κοινοβούλιο εγκρίνει τη θέση του.
Πώς εγκρίνουν από κοινού τους ευρωπαϊκούς "νόμους" το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο
Η συνήθης νομοθετική διαδικασία περιλαμβάνει μία, δύο ή τρεις αναγνώσεις.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει ένα νομοθετικό κείμενο.
Βάσει έκθεσης της αρμόδιας επιτροπής του, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εγκρίνει τη θέση του: τις περισσότερες φορές τροποποιεί την πρόταση της Επιτροπής υποβάλλοντας τροπολογίες. Αυτή είναι η πρώτη του ανάγνωση.
Το Συμβούλιο Υπουργών είτε εγκρίνει τις τροπολογίες του Κοινοβουλίου - με αποτέλεσμα να εγκριθεί η νομοθετική πρόταση - ή τις τροποποιεί εγκρίνοντας τη θέση του.
Με βάση τη σύσταση της αρμόδιας κοινοβουλευτικής του επιτροπής, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφαίνεται σε δεύτερη ανάγνωση: με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών του (367 ψήφοι), εγκρίνει, απορρίπτει ή τροποποιεί τη θέση του Συμβουλίου.
Συχνά, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις τροπολογίες του Κοινοβουλίου και διαβιβάζει προς το Συμβούλιο Υπουργών τροποποιημένη πρόταση. Το Συμβούλιο μπορεί είτε να την εγκρίνει με ειδική πλειοψηφία είτε να την απορρίψει ομόφωνα.
Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, τα μέλη του Συμβουλίου και μια αντιπροσωπεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου συνέρχονται, για έξι το πολύ εβδομάδες, στο πλαίσιο μιας Επιτροπής Συνδιαλλαγής. Αυτή η αντιπροσωπεία, η οποία αποτυπώνει τη σύνθεση του Κοινοβουλίου, έχει επικεφαλής της έναν αντιπρόεδρο. Στην αντιπροσωπεία αυτή συμμετέχει οπωσδήποτε και ο εισηγητής.
Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, τα δύο μέρη έρχονται σε συμφωνία, η οποία λαμβάνει τη μορφή ενός κοινού σχεδίου.
Σε μια τρίτη ανάγνωση, το Κοινοβούλιο καλείται να επιβεβαιώσει αυτή τη συμφωνία. Αν δεν υπάρξει συμφωνία, η πρόταση ευρωπαϊκού νόμου δεν εγκρίνεται.


















